ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΓΤΕΧΝΙΑΣ Β΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


Γλυκό του κουταλιού, Κυριάκος Χαραλαμπίδης- Β΄ Γυμνασίου

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης είναι Κύπριος ποιητής. Γεννήθηκε το 1940 στην Κύπρο, στο χωριό Άχνα και μεγάλωσε στην Αμμόχωστο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση  Εκπαίδευση. Ειδικεύτηκε σε θέματα ραδιοφωνίας στο Μόναχο και υπήρξε διευθυντής ραδιοφωνίας στην Κυπριακή ραδιοφωνία. Όταν το 1974 οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο, ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο, γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο, όπως είναι φυσικό, στην  Κυπριακή τραγωδία μετά την εισβολή των Τούρκων στο νησί.  Από το 1961 εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, το ελληνικό και το κυπριακό κράτος και από φορείς της Κύπρου, της Ελλάδας και του εξωτερικού.

 Το θέμα του ποιήματος
Ο ποιητής επισκέπτεται μετά από πολλά χρόνια τα κατεχόμενα εδάφη για να δει από κοντά το πατρικό του σπίτι και περιγράφει την εμπειρία του  μετά την επαφή που είχε με τη νέα ένοικο του σπιτιού τουρκικής καταγωγής (φοράει μαντίλα στο κεφάλι). Το ποίημα παρουσιάζει αρκετά στοιχεία που θυμίζουν τη δημοτική μας ποίηση (επιστροφή του ξενιτεμένου) και στοιχεία που παραπέμπουν στην ομηρική ποίηση. Βέβαια υπάρχει μια σημαντική διαφορά: ο ποιητής γυρίζει στο σπίτι του αλλά δεν έχει την ευτυχία να αναγνωριστεί από τα αγαπημένα του πρόσωπα και να ζήσει ειρηνικά και γαλήνια στο σπίτι του.

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα βίντεο για την Κυπριακή τραγωδία.

https://www.youtube.com/watch?v=zdXO22mG5EE

Ακολουθούν τα φύλλα εργασίας. Να ανεβάσετε τις εργασίες σας στο blog μετά την αξιολόγησή τους.




 Φύλλο εργασίας (1ης ομάδας)

Το ποίημα απηχεί το ιστορικό γεγονός της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974. Αφού διαβάσετε το ποίημα στο σχολικό διαδραστικό βιβλίο και μελετήσετε  α. το πρωτοσέλιδο του Ταχυδρόμου, β. την ιστοσελίδα γ. τη Wikipedia , να δημιουργήσετε έναν εννοιολογικό χάρτη στο περιβάλλον mindomo με τα αίτια της τουρκικής εισβολής και τις δραματικές συνέπειες της κατοχής του μισού σχεδόν νησιού.
Οδηγίες: Στον εννοιολογικό χάρτη που θα δημιουργήσετε η κεντρική έννοια θα είναι η «Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο – 1974». Να ενσωματώσετε στον χάρτη σας εικόνες και βίντεο (προτεινόμενες ιστοσελίδες: https://www.protothema.gr/greece/article/395015/suglonistikes-fotografies-40-hronia-apo-tin-tourkiki-eisvoli-stin-kupro-/, https://www.youtube.com/watch?v=0URxxh1b7-k,

Φύλλο εργασίας (2ης ομάδας)
Ο αφηγητής του ποιήματος είναι πρόσφυγας από την Αμμόχωστο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Να δημιουργήσετε ένα βίντεο με ήχο και εικόνα στο πρόγραμμα movie maker παρουσιάζοντας την κυπριακή τραγωδία με τη βοήθεια των παρακάτω συνδέσμων :
Βίντεο:
Εικόνες:
Τραγούδια:




Φύλλο εργασίας (3ης ομάδας)
Ένα από τα θεματικά κέντρα του ποιήματος «Γλυκό του κουταλιού» είναι ο νόστος. Αφού μελετήσετε το ποίημα και διαβάσετε α.το ποίημα «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» του Γ.Σεφέρη και β.το ποίημα «Το σπίτι που γεννήθηκα» του Κ.Παλαμά, να δημιουργήσετε  μία παρουσίαση στο περιβάλλον του power point, στην οποία να συγκρίνετε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την επιστροφή τους στο πατρικό τους σπίτι οι αφηγητές, τα συναισθήματά τους και τις μνήμες τους από τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ  
Γλυκό του κουταλιού
Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ' αλμυρό, σιμά σε λάκκο.
Μια μαντιλοδεμένη μου 'φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.
Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.
Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.
«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει·
«μπορείς να 'ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από 'να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος
απ' την Τροία.*
«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».
Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο,
ραδινό*
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;
Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.
Πάλι καλά που μ' άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να 'χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.
Κ. Χαραλαμπίδης, Δοκίμιν, Άγρα

Γιώργου Σεφέρη,

«Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»

— Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

— Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

— Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

— Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

— Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

— Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

— Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

— Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.


Κωστή Παλαμά,

«Το σπίτι που γεννήθηκα»

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαϊκή κορώνα, ώ! νά η καμάρα!
Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ' ολόχαρο τραγούδι
προς το παιδί· γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,
στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

[...]
Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.




(Οδηγίες:Μην ξεχνάτε πως στην παρουσίαση τα στοιχεία εκτίθενται συνοπτικά, με κουκκίδες, χρησιμοποιώντας κυρίως ονοματικά σύνολα. Στην κάθε διαφάνεια να βάλετε τίτλο ή υπότιτλο. Επίσης, φροντίστε τη γραμματοσειρά και το μέγεθος, το χρώμα των γραμμάτων, ώστε να είναι ευανάγνωστο. Εμπλουτίστε την παρουσίασή σας με εικόνες.)


Φύλλο εργασίας (4ης ομάδας)

Ένα από τα θεματικά κέντρα του ποιήματος «Γλυκό του κουταλιού» είναι ο θεσμός της φιλοξενίας. Αφού μελετήσετε το ποίημα και α. τους στίχους 96-173 της ραψωδίας α της Ομήρου Οδύσσειας  β. τους στίχους 119-236 της ραψ.Ζ της Ομήρου Ιλιάδας, να δημιουργήσετε μία παρουσίαση στο περιβάλλον του power point για τη σημασία της φιλοξενίας στην αρχαία Ελλάδα και στη σύγχρονη εποχή έτσι όπως το παρουσιάζει ο Κ.Χαραλαμπίδης.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ  
Γλυκό του κουταλιού
Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ' αλμυρό, σιμά σε λάκκο.
Μια μαντιλοδεμένη μου 'φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.
Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.
Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.
«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει·
«μπορείς να 'ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από 'να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος
απ' την Τροία.*
«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».
Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο,
ραδινό*
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;
Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.
Πάλι καλά που μ' άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να 'χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.

Είπε κι ευθύς δένει στα πόδια της τα ωραία σαντάλια,
110 θεσπέσια
και χρυσά, εκείνα που την ταξιδεύουν στη θάλασσα
και στην απέραντη στεριά ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου.
Ύστερα στο χέρι κράτησε άλκιμο κοντάρι
, ακονισμένο με χαλκό,
βαρύ, θεόρατο και στιβαρό· μ’ αυτό η κόρη του πανίσχυρου Διός
δαμάζει των γενναίων πολεμιστών τις τάξεις που της ξανάψαν τον θυμό.
115 Χύθηκε τότε, ακροπατώντας τις κορφές του Ολύμπου,
και βρέθηκε μεμιάς στον δήμο της Ιθάκης, να στέκει
στην εξώθυρα του Οδυσσέα, πατώντας το κατώφλι της αυλής του.
Με το χαλκό κοντάρι της στο χέρι, επήρε τη μορφή ενός ξένου·
κι ολόιδια με τον Μέντη, άρχοντα των Ταφίων
έπεσε πάνω στους αγέρωχους
120 μνηστήρες· που εκεί, μπροστά στις πύλες του σπιτιού, έβρισκαν
ευχαρίστηση παίζοντας τους
πεσσούς , σε τομάρια βοδιών καθισμένοι,
που τα σφάξαν οι ίδιοι.
Κήρυκες
και παιδόπουλα πρόθυμα τους υπηρετούσαν:
άλλοι να σμίγουν σε
κρατήρες με νερό κρασί, άλλοι να πλένουν
125 τα
τραπέζια με σφουγγάρια τρυπητά και να τα στήνουν,
κάποιοι να κομματιάζουν άφθονα τα κρέατα.
Πρώτος απ’ όλους ο Τηλέμαχος την είδε,
ωραίος σαν θεός·
ήταν με τους μνηστήρες καθισμένος, κι όμως ταξίδευε ο νους του πικραμένος.
Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του τον πατέρα του ένδοξο:
130 αν ξαφνικά γύριζε πίσω· αν τους μνηστήρες πετούσε έξω απ’ το παλάτι·
αν έπαιρνε ο ίδιος πάλι την αρχή στα χέρια του, και μέσα στα αγαθά του
βασίλευε σαν πρώτα…
Το όραμα αυτό ανέβαινε στον νου του, πλάι στους μνηστήρες –
κι είδε την Αθηνά. Ευθύς προς την αυλόθυρα έτρεξε, γιατί
135 τον έπιασε η ντροπή, να στέκει τόσην ώρα στην πόρτα του ένας ξένος.
Κοντά της στάθηκε, της έσφιξε το χέρι το δεξί, με τ’ άλλο
πήρε το χάλκινο κοντάρι της, ύστερα την προσφώνησε
μιλώντας, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε κι αφού το δείπνο μας
140 χορτάσεις, τότε μας λες τον λόγο της επίσκεψής σου.»
Είπε και τράβηξε μπροστά· η Αθηνά Παλλάδα
, λάμποντας τα μάτια, 
ακολουθούσε, κι οι δυο τους μπήκαν στο μεγάλο δώμα.
Το δόρυ
της μετέφερε, για να το στήσει σε ψηλή κολόνα,
το ’βαλε μέσα στην καλοξυσμένη θήκη, όπου και τ’ άλλα δόρατα 

145 περίμεναν, άνεργα και πολλά, του καρτερόψυχου Οδυσσέα.
Ύστερα την οδήγησε σε θρόνο να καθίσει, λεπτουργημένο κι όμορφο,
πάνω του απλώνοντας ύφασμα μαλακό, και στήριγμα στα πόδια της
έσυρε το σκαμνί.
Έφερε πλάι της και το δικό του στολισμένο κάθισμα,
150 παράμερα από τους μνηστήρες, μήπως κι ο ξένος, με τους ξιπασμένους,

χάσει το κέφι του και δεν χαρεί το φαγητό·
ήθελε εξάλλου να ρωτήσει και για τον πατέρα του,
που χρόνια τώρα έλειπε στα ξένα.
Τότε μια παρακόρη έφερε νερό, με τ’ όμορφο χρυσό λαγήνι,

155 τα χέρια τους να πλύνουν, κι έχυνε το νερό από ψηλά
σ’ ένα αργυρό λεβέτι
μετά τους έσυρε μπροστά γυαλιστερό τραπέζι,
ενώ η σεβαστή κελάρισσα
είχε την έγνοια να τους φέρει ψωμί 
κι άφθονο φαγητό, ό,τι καλό τής βρέθηκε, να τους ευχαριστήσει.
Στα χέρια του σηκώνοντας ο τραπεζάρχης δίσκους με κρέατα
160 κάθε λογής, τους τα παρέθεσε, στο πλάι ακούμπησε κούπες χρυσές,
και κάθε τόσο ο κήρυκας περνούσε, γεμίζοντας κρασί τα κύπελλά τους.
σε λίγο αγέρωχοι οι μνηστήρες μπήκαν κι αυτοί στην αίθουσα,
πήραν με τη σειρά τους θέση σε θρόνους κι αναπαυτικά καθίσματα.
Τότε τους έχυναν νερό στα χέρια τους οι κήρυκες,
165 δούλες γεμίζαν με ψωμί πλεχτά πανέρια,
έφηβοι τους κρατήρες με πιοτό ξεχείλιζαν,
κι αυτοί τα χέρια τους απλώνουν στο έτοιμο τραπέζι.
Και μόνο όταν κόρεσαν τον πόθο τους με το φαΐ και το πιοτό,
τραβούσε άλλα πια η ψυχή τους: τραγούδι, μουσική, χορό –
170 συμπλήρωμα απαραίτητο σ’ ένα καλό τραπέζι.
Τότε κι ο κήρυκας φέρνει και δίνει την πανέμορφη κιθάρα
στου Φήμιου
τα χέρια, που τραγουδούσε στους μνηστήρες από ανάγκη·
έκρουσε ωστόσο τις χορδές, ψάχνοντας τον σκοπό για ωραίο τραγούδι.

Ομήρου Ιλιάδα
Ο Γλαύκος, γιος Ιππόλοχου, και ο γιος του Τυδέα
120 στη μέση οι δυο τους έσμιξαν να χτυπηθούν ποθώντας.
Κι όταν τρέχοντας έφτασαν κοντά ο ένας του άλλου,
ο βροντόφωνος Διομήδης μίλησε πρώτος έτσι:
«Ποιος είσαι, αρχοντογέννητε, απ' τους θνητούς ανθρώπους;
Δε σ' είδα ως τώρα καν ποτέ σε μάχη που δοξάζει·
125 μα όλους με το θάρρος σου τους έχεις ξεπεράσει,
αφού το μακροΐσκιωτο κοντάρι μου αντέχεις.
Μόνο των δύστυχων παιδιά τη λύσσα μου αντικρίζουν.
Αν πάλι απ' τον ουρανό είσαι θεός και ήρθες,
με τους ουράνιους θεούς να χτυπηθώ δε θέλω.
130 Γιατί κι ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος,

φιλονικούσε με θεούς κι έζησε έτσι λίγο.
Του μανιακού Διόνυσου κάποτε αυτός τις βάγιες
απ' τ' άγιο βουνό της Νύσσας έδιωχνε· αυτές όλες
τους θύρσους κάτω σκόρπιζαν ο φονικός Λυκούργος
135 με βουκέντρα τις κέντριζε· βυθίστηκε στο κύμα
σκιαγμένος ο Διόνυσος· τον δέχτηκε σκιαγμένο
στην αγκαλιά η Θέτιδα απ' τις φωνές του ανθρώπου.
Μα οι καλότυχοι θεοί οργίστηκαν μ' εκείνον
κι ο Δίας τον ετύφλωσε· μα δεν έζησε πάλι
140 για πολύ, καθώς το μίσος των θεών όλων είχε.
Γι' αυτό με τους καλότυχους θεούς δε θέλω μάχες.
Όμως αν είσαι απ' τους θνητούς που τρων καρπούς της γης μας,
έλα κοντά, γοργότερα το τέλος σου να έχεις.»
Σ' αυτόν ο γιος του Ιππόλοχου ο αρχοντικός είπε:
145 «Για τη γενιά μου τι ρωτάς, αντρείε Διομήδη;
Όπως των φύλλων, όμοια κι η φύτρα των ανθρώπων
άλλα φύλλα ο άνεμος στη γη σκορπίζει κι άλλα
βγάζει το δάσος θαλερό στης άνοιξης την ώρα·
έτσι φυτρώνει η μια γενιά, η άλλη τελειώνει.
150 Μα αν θες να ξέρεις και αυτά, να ξέρεις τη γενιά μου,
πολλοί είναι οι άνθρωποι που την καλογνωρίζουν.
Υπάρχει πόλη Έφυρα στ' αλογοτρόφο Άργος·
ζούσε εκεί ο Σίσυφος, ο πιο πανούργος άντρας,

γιος του Αιόλου· γέννησε παιδί αυτός το Γλαύκο·
155 το λαμπρό Βελλερεφόντη παιδί είχε ο Γλαύκος.
Ομορφιά χάρισαν σ' αυτόν, χαριτωμένη αντρεία
οι θεοί· όμως ο Προίτος είχε κακό στο νου του·
απ' τ' Άργος τον εξόρισε· ανώτερός του ήταν
κι ο Δίας σκήπτρο έδωσε σ' αυτόν να εξουσιάζει.
160 Μα ξετρελάθηκε μ' αυτόν του Προίτου η γυναίκα,
η Άντεια, να ενωθεί κρυφά μ' αυτόν· μα ήταν

ο Βελλερεφόντης αγνός, συνετός, δεν πειθόταν.
Με ψέματα στο βασιλιά τον Προίτο αυτή μιλούσε:
— Το Βελλερεφόντη, Προίτε, σκότωσε· να πεθάνεις
165 αλλιώς· ζήτησε έρωτα με μένα άθελά μου.
Έτσι· και οργίστηκε ακούοντας ο ρήγας·
να τον σκοτώσει απόφυγε, δε βάσταξε η καρδιά του·
στη Λυκία τον έστειλε με σήματα θανάτου

λόγια χαμού χαράζοντας σε διπλωμένες πλάκες·
170 να δώσει, αυτά στον πεθερό είπε για το χαμό του.
Με των θεών προβόδισμα πήγε αυτός στη Λυκία.
Στη Λυκία σαν έφτασε, στον ποταμό τον Ξάνθο,
με προθυμία τον δέχτηκε ο ρήγας της Λυκίας·
μέρες εννιά τον ξένισε, του 'σφαξε εννιά βόδια·
175 η ροδοδάκτυλη Αυγή η δέκατη σαν ήρθε,
τον ρωτούσε πια, ζητούσε σημάδι να του δείξει
που απ' το γαμπρό του έφερε, το βασιλιά τον Προίτο.
Σαν διάβασε το ολέθριο σημάδι του γαμπρού του,
πρώτα την άγρια Χίμαιρα πρόσταξε να σκοτώσει·
180 είχε τη φύτρα από θεούς και όχι απ' ανθρώπους·
λιοντάρι μπρος, φίδι πίσω, στη μέση γίδα ήταν
κι έβγαζε απ' το στόμα της φωτιές πολλές και φλόγες.
Τη σκότωσε υπακούοντας σε θεϊκά σημάδια.
Έπειτα με τους ξακουστούς χτυπήθηκε Σολύμους·
185 η πιο μεγάλη έλεγε μάχη αυτή πως ήταν.
Τρίτο, τις αντροδύναμες σκότωσε Αμαζόνες.
Καθώς γυρνούσε, του 'στησε και άλλο δόλο ακόμη·
αντρειωμένους διάλεξε απ' την πλατιά Λυκία
κι έστησε ενέδρα· μα κανείς δε γύρισε στο σπίτι·
190 όλοι αυτοί σκοτώθηκαν απ' το Βελλερεφόντη.
Ο ρήγας τότε ένιωσε πως θεού γόνος ήταν,
τον κράτησε, του έδωσε την κόρη του γυναίκα
και τις βασιλικές τιμές μοιράστηκε μαζί του.
Οι Λύκιοι του χάρισαν το πιο καλό μετόχι,
195 να χαίρεται, πανέμορφο μ' αμπέλια, με χωράφια.
Γέννησε αυτή τρία παιδιά για το Βελλερεφόντη,
Ίσανδρο και Ιππόλοχο και Λαοδάμεια κόρη.
Έπειτα έσμιξε μ' αυτήν ο πάνσοφος ο Δίας
και γέννησε το μαχητή τον άξιο Σαρπηδόνα.
200 Αλλ' όταν πια μισήθηκε απ' τους θεούς εκείνος,
στον κάμπο τον Αλήιο μόνος περιπλανιόταν
τον κόσμο τον αρνήθηκε, έλιωνε η ψυχή του.
Τον Ίσανδρο του σκότωσε, αχόρταγος στη μάχη,
ο Άρης με τους ξακουστούς Σόλυμους πολεμώντας,
205 η χρυσοχάλινη Άρτεμη θυμώνοντας την κόρη.
Πατέρας μου ο Ιππόλοχος, έχω απ' αυτόν τη φύτρα·
στην Τροία μ' έστειλε αυτός εντολή δίνοντάς μου
να είμαι πρώτος πάντοτε, να ξεπερνώ τους άλλους,
να μην ντροπιάζω τη γενιά προγόνων που υπήρξαν
210 μες στην Εφύρα άριστοι και στην πλατιά Λυκία.
Αυτή η γενιά, η φύτρα μου καυχιέμαι εγώ πως είναι.»

Έτσι είπε· κι ο βροντόφωνος χάρηκε Διομήδης·
έμπηξε το κοντάρι του στη γη την πολυτρόφα
κι αμέσως στον πολέμαρχο γλυκά μιλούσε λόγια:
215 «Μου είσαι φίλος πατρικός από παλιά, αλήθεια!
Τον άξιο Βελλερεφόντη κάποτε ο Οινέας
ξένισε στο παλάτι του για είκοσι ημέρες
κι ένας στον άλλο έδωσαν δώρα φιλοξενίας·
μια ζώνη λαμπροπόρφυρη του έδωσε ο Οινέας,
220 σ' αυτόν ο Βελλερεφόντης χρυσή δίγουβη κούπα,
που φεύγοντας την άφησα στο πατρικό μου σπίτι.
Έτσι μικρό που μ' άφησε, Τυδέα δε θυμάμαι,
σαν ο στρατός των Αχαιών χάθηκε μες στη Θήβα.
Έτσι είμαι φίλος σου εγώ μέσα στο Άργος πάντα
225 και συ δικός μου, σαν βρεθώ κάποτε στη Λυκία.
Ας μη σμιχτούν τα όπλα μας, κι η μάχη ας ανάβει·
Τρώες πολλοί και σύμμαχοι υπάρχουν να σκοτώνω,
όποιους θεός στα χέρια μου, στα πόδια μου μου ρίξει,
και να σκοτώσεις, αν μπορείς, πολλούς Αργείους έχεις.
230 Όπλα ας ανταλλάξουμε, όλοι αυτοί να ξέρουν

πως μια φιλία πατρική ανάμεσά μας είναι.»
Είπαν αυτά και πήδησαν απ' τ' άλογα αμέσως·
τα χέρια έδωσαν κι οι δυο κι ορκίστηκαν φιλία·
του Γλαύκου τότε σάλεψε τη σκέψη ο γιος του Κρόνου
235 κι έδωσε αυτός όπλα χρυσά, χάλκινα για να πάρει,
που άξιζαν βόδια εκατό κι εννιά, του Διομήδη.



(Οδηγίες:Μην ξεχνάτε πως στην παρουσίαση τα στοιχεία εκτίθενται συνοπτικά, με κουκκίδες, χρησιμοποιώντας κυρίως ονοματικά σύνολα. Στην κάθε διαφάνεια να βάλετε τίτλο ή υπότιτλο. Επίσης, φροντίστε τη γραμματοσειρά και το μέγεθος, το χρώμα των γραμμάτων, ώστε να είναι ευανάγνωστο. Εμπλουτίστε την παρουσίασή σας με εικόνες.)

Φύλλο εργασίας (5ης ομάδας)
Ένα από τα θεματικά κέντρα του ποιήματος «Γλυκό του κουταλιού» είναι  ο σεβασμός προς τους γονείς. Αφού μελετήσετε: α. το ποίημα και πιο συγκεκριμένα τους στίχους 15-18  β. τα στοιχεία που σας δίνονται με τους παρακάτω συνδέσμους  γ. με βάση τις προσωπικές σας εμπειρίες, να συντάξετε ένα άρθρο στο συνεργατικό περιβάλλον  google docs στο οποίο να παρουσιάζετε το θέμα του σεβασμού προς τους γονείς  στην αρχαία Ελλάδα και στη σύγχρονη εποχή. Στη συνέχεια θα το ανεβάσετε στο blog της τάξης σας.
Προτεινόμενες πηγές
ε. 2ο βιβλίο της Αινειάδας, ο Βιργίλιος παρουσιάζει τον Αινεία να σώζει τον πατέρα του από τη φλεγόμενη πια πόλη:
Dixerat ille, et iam per moenia clarior ignis
auditur, propiusque aestus incendia voluunt.
“ergo age, care pater, cervici imponere nostrae;
ipse subibo umeris nec me labor iste gravabit;
quo res cumque cadent, unum et commune periculum,
una salus ambobus erit.
Είπε εκείνος, και τώρα η φωτιά ακούγεται πιο καθαρά
μέσα στην πόλη, κι οι στρόβιλοι της φλόγας πλησιάζουν πιο κοντά.
«Έλα, λοιπόν, αγαπημένε μου πατέρα, αγκάλιασε το λαιμό μου,
θα σε μεταφέρω στους ώμους μου και το φορτίο αυτό διόλου δεν θα με βαρύνει,
ό,τι κι αν συμβεί θα είναι κοινό και για τους δυο μας∙ ίδιος ο κίνδυνος,
ίδια κι η σωτηρία».

(Οδηγίες για τη συγγραφή ενός άρθρου:
·         Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει  τίτλος.Ο τίτλος πρέπει να είναι  σύντομος, και περιεκτικός.
·         Περιεχόμενο: το άρθρο έχει, λοιπόν,  καθαρά  επικαιρικό χαρακτήρα, καθώς  αφορμάται πάντα από ένα επίκαιρο γεγονός , το οποίο σχολιάζει ή ερμηνεύει. Στον πρόλογο, συνήθως γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο  επικαιρικό γεγονός, το οποίο αποτελεί το ερέθισμα για τη γραφή του άρθρου.
·           Γλώσσα: κυριαρχεί το γ’ ρηματικό πρόσωπο, γίνεται χρήση ενεστώτα ή μέλλοντα.
·         Ύφος: συνήθως  σοβαρό, επίσημο, απρόσωπο.
·         Η τυπική δομή άρθρου δε διαφέρει και πολύ από αυτή του αποδεικτικού δοκιμίου και έχει ως εξής:
Α.Πρόλογος, όπου εκτίθεται το θέμα ή η προβληματική του.
Β. Κύριο μέρος, όπου παρατίθεται επαρκές αποδεικτικό υλικό ώστε να τεκμηριωθεί η θέση – ισχυρισμός που διατυπώθηκε στην εισαγωγική παράγραφο ή να ανασκευαστεί μία θέση.
Γ. Επίλογος, όπου έχουμε τη συμπυκνωμένη θεώρηση των θέσεων του κυρίου θέματος)






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου